Ερμηνεία: χωρίς φράχτη
Παράδειγμα: Η χͮέρα άφραγον παχτσ̌άν, σαγαπσίζ’ χωραφόπον.
Αρσενικό: Ενικός: άφραγος Πληθυντικός: άφραγοι
Θηλυκό: Ενικός: άφραγος / άφραγέσα Πληθυντικός: άφραγοι
Ουδέτερο: Ενικός: άφραγον Πληθυντικός: άφραγα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.