Ερμηνεία: ακούω με προσοχή
Προέλευση: από το αρχαίο ρήμα ἐπακροῶμαι
Παραδείγματα: 1) Ας εξηγίζ’ ατο εγώ κι εσείν αφουκρεθέτεν. 2) Ως τ’ ολημέρα εδα̤ρμένευεν άμα εγώ ’κ’ εφουκρέθ’ ατον, (υπακούω)
Ενεστώτας: αφουκρούμαι Παρατατικός: εφουκρούμ'νε / αφουκρούμ'νε Μέλλοντας: θα αφουκρούμαι Αόριστος: εφουκρέθα / αφουκρέθα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.