Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αφουκρούμαι [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: αφουκρούμαι Προφορά: αφουκρούμαι
  1. υπακούω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    ακούω με προσοχή

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα ἐπακροῶμαι

    Παραδείγματα:
    1) Ας εξηγίζ’ ατο εγώ κι εσείν αφουκρεθέτεν.
    2) Ως τ’ ολημέρα εδα̤ρμένευεν άμα εγώ ’κ’ εφουκρέθ’ ατον, (υπακούω)

  2. αφουγκράζομαι, ακούω Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια