Προέλευση: από το αρχαίο ἀφορίζω
Η μετοχή αφορισμένος έχασε την αρχική σημασία της και σημαίνει τον έξυπνο ή πονηρό, τετραπέρατο (πβ. λήμμα αφορισμένος)
Ενεστώτας: αφορίζω Παρατατικός: εφόριζα, αφόριζα Μέλλοντας: θα αφορίζω Αόριστος: εφόρισα / εφόρ'σα / εφόρτσα, αφόρισα / αφόρ'σα / αφόρτσα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.