Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αφορίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: αφορίζω Προφορά: αφορίζω
  1. οροθετώ, αποχωρίζω, ξεχωρίζω, εξαιρώ, εξωκκλησιάζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ἀφορίζω

    Η μετοχή αφορισμένος έχασε την αρχική σημασία της και σημαίνει τον έξυπνο ή πονηρό, τετραπέρατο
    (πβ. λήμμα αφορισμένος)

Παρατηρήσεις - Σχόλια