Ερμηνεία: εκείνος που αναβάλλει το έργο
Παράδειγμα: Πολλά εχμάλαινα έν' η θυατέρα τ'ς.
Αρσενικό: Ενικός: εχμάλης < εχμάλ'ς < εχμάλτς Πληθυντικός: εχμάλοι < εχμάλ' Θηλυκό: Ενικός: εχμάλαινα Πληθυντικός: εχμάλ' Ουδέτερο: Ενικός: εχμάλικον < εχμάλ'κον Πληθυντικός: εχμάλ'κα Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.