Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καρακώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: καρακώνω Προφορά: καρακώνω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Ερμηνείες:
    1) Εκαράκωσαν όλα̤ τα πόρτας τη χωρί’. (κλειδώνω με το καρακίδ’)
    2) Εκαράκωσεν τ’ οσπίτν’ ατ’. (κάμνω μεγάλω κακό, ζημία, καταστρέφω)
    3) Εκαράκωσα το μαντρίν. (κάμνω μεγάλω κακό, ζημία, καταστρέφω)
    4) Εκαράκωσεν το στόμαν ατ’. (δεν μίλησε καθόλου, Ιδίωμα Άδισσας)

    Προέλευση:
    από το καρακίνος

  2. κλειδώνω Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. κλείνω, μανταλώνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια