Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καπνός (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: καπνός Προφορά: καπνός
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνείες:
    1) ο καπνός της φωτιάς
    2) το φυτόν καπνός (πληθυντικός καπνά), λεγόταν και τιτίν ή τουτούν στα τουρκικά

    Παράδειγμα:
    Άς σόν καπνόν τη πέσ̌κονος εχͮ και φουρκίουμες.

    Ομόρριζο - Παράγωγο:
    Τουτουτζίδης (επώνυμο)

Παρατηρήσεις - Σχόλια