Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μητρικά (τα) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μητρικά Προφορά: μητρικά
  1. ασθένεια της εγκυμοσύνης και γενικά των αναπαραγωγικών οργάνων της γυναίκας Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

Παρατηρήσεις - Σχόλια