Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μηνακά (τα) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μηνα̤κά Προφορά: μηνεακά
  1. μετά από πάροδο μηνών Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Με τα μηνα̤κά ’κ’ έρται.

Παρατηρήσεις - Σχόλια