Προέλευση: τουρκική
Ομόρριζα - Παράγωγα: γιανασ̌τουρεύω (εφαρμόζω) γιανασ̌τούρεμαν
Ενικός: η γιανασ̌μά Πληθυντικός: τα γιανασ̌μάδες / γιανασ̌μάδας
Σχόλιο: εύχρηστο κυρίως στον Ενικό, λόγω σημασιολογίας.