Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γιανασεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. γιανασ̌εύω , 2. γιανασιεύω Προφορά: γιανασεύω
  1. πλησιάζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη yanaşmak

    Παράδειγμα:
    Αχπάσκουμαι σην ξενιτιάν κανείς 'κi γιανασ̌εύ' με.

  2. πλησιάζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  3. διπλαρώνω, πλησιάζω, κοντεύω Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια