Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη yanaşmak
Παράδειγμα: Αχπάσκουμαι σην ξενιτιάν κανείς 'κi γιανασ̌εύ' με.
Ενεστώτας: γιανασ̌εύω Παρατατικός: εγιανάσ̌ευα Μέλλοντας: θα γιανασ̌εύω Αόριστος: εγιανάσ̌εψα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.