Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

σκάλα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σκάλα Προφορά: σκάλα
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνείες - Παραδείγματα:
    1) Σκάλα.
    Εποίκεν το κιφάλ’ν ατ’ άμον τη Παναΐας τα σκάλας.
    2) Το μέρος του παντελονιού, βρακιού που κρύβει το αναπαραγωγικό όργανο.
    Έσπασεν η ζίπκα σ’ ας σην σκάλαν απέσ’.

  2. σκάλα, σκαλοπάτι αποβάθρα λιμανιού/ ειδικό εξάρτημα της παγίδας πουλιών/το μεταξύ των σκελών μέρος του παντελονιού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση :
    από το λατινικό scala-ae ή συνηθέστερα από το scalae-arum

Παρατηρήσεις - Σχόλια