σουρούλ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: σουρούλ'
Προφορά: σουρούλ
-
μολυβδούχος υδράργυρος για αλοιφή πληγών
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
αλοιφή φαρμακευτική
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης