Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σινίν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σινίν Προφορά: σινίν
  1. ταψί Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Ανοίγω σινίν. (κατά το νυφόπαρμα τα συγγενικά σπίτια έβγαιναν στην αυλή και κερνούσαν)

  2. τραπέζι, ταψί Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια