Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καντήλα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: καντήλα Προφορά: καντήλα
  1. λύχνος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    καντήλα εικονοστασίου

    Παραδείγματα:
    1) Εγέντον καντήλα. (φράση, παραμέθυσε)
    2) Δος και δος εγέντον καντήλα.

  2. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    κρεμαστό λυχνάρι στις εκκλησίες και τα σπίτια

    Προέλευση:
    λατινική, από την λατινική λέξη candela

Παρατηρήσεις - Σχόλια