Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καντζολοεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: καντζολοεύω Προφορά: καντζολοεύω
  1. 1) μετά τη συγκομιδή μαζεύω ότι φρούτο απέμεινε, ή θερίζω ό,τι χόρτο έμεινε 2) μαζεύω τα λεπτοκάρυα ή τους άλλους καρπούς που έμειναν μετά την συγκομιδή (Ιδίωμα: Σαντάς, Τραπεζούντας) 3) μαζεύω τα σπασμένα λεπτοκάρυα που απογυμνώθησαν από τις κάψες τους (Ιδίωμα: Κοτυώρων) Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

Παρατηρήσεις - Σχόλια