Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κανόνα (τα) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κανόνα̤ Προφορά: κανόνεα
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    χρήματα που έδιναν στους συγγενείς της νύφης, όταν έπαιρναν οριστικό λόγο για το γάμο

    Ιδίωμα:
    Ακ Νταγ Ματέν

Παρατηρήσεις - Σχόλια