Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σεφέρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σεφέρ' Προφορά: σεφέρ
  1. φορά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Σ’ εκείνο το σεφέρ’ Αρμελόν έτον φορτωμένος χαλία.

  2. περίπλους, πλεύση, διαδρομή, εκστρατεία, φορά, ταξίδι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη sefer

    σεφέρ(ι)

Παρατηρήσεις - Σχόλια