Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
σερπέτ (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: σερπέτ'
Προφορά: σερπέτ
Σιρόπι από ζάχαρη
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Προέλευση:
Τούρκικη
Παράδειγμα:
Τη χαλβάν μ’ ευτάς ατό με το σερπέτ’.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια