Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σερεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: σερεύω Προφορά: σερεύω
  1. μαζεύω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Άλλ’ εσέρεβαν χορτάρα, άλλ’ πα’ έπλεκαν ορτάρα.

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

  2. μαζεύω, συγκεντρώνω, σωρεύω Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια