Ιδίωμα:
Κοτυώρων, Ματσούκας
Προέλευση:
από το αρχαίο σωρεύω
Παράδειγμα:
1) Ο δεσπότ’ς εξέβεν σα χωρία να σωρεύ’ τα καπνικά τ’.
2) Εσώρεψεν έναν δύο κοσπίτας και έφαεν.
Μέση Φωνή:
σωρεύκουμαι = συγκεντρώνομαι
Προέλευση:
από το αρχαίο ρήμα σωρεύω = κάνω σωρό