σεμερλεμέ (η) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: σεμερλεμέ
Προφορά: σεμερλεμέ
-
Το γείσωμα που εσχηματίζετο με πέτρες και λάσπη γύρω γύρω
επάνω στις 4 άκρες του δώματος για να μη αφήνει το νερό της βροχής να τρέχει στην πρόσοψη, παρά μόνο από ένα σημείο της στέγης όπου τοποθετούσαν κρενίν, δηλαδή ξύλινο κρουνό
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)