Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

σελοκόπουμαι [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: σελοκόπουμαι Προφορά: σελοκόπουμαι
  1. Χρησιμοποιείται για τα κατηφορικά μέρη, όπου από τις πολλές βροχές κόβονται και μεταβάλλονται σε σελ’, δηλ. σε γκρεμό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Τα χͮιονοζώμια πλέθυναν, τ’ ορμία σελοκόπαν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια