Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σελ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σελ' Προφορά: σελ
  1. Πλημμύρα που κουβαλεί και πέτρες, ξύλα ή που κόβει ένα κομμάτι γής και το κουβαλάει. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Όντας τερούν, ντο τερούν, εκατήβαινεν έναν τρανόν σελ’.

  2. χειμαρρώδης πλημμύρα ποταμού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από το τουρκικό sel = χείμαρρος

Παρατηρήσεις - Σχόλια