Προέλευση: από το αρχαίο ουσιαστικό γονεύς
Παραδείγματα: 1) Εφτάγ’νε οι γονέοι κι ευρήκ’νε τα παιδία. 2) Γωνέα (πέτρα στις γωνίες) να γίνεσαι, άμα γονέος να μή γίνεσαι!
Ενικός: γονέος Πληθυντικός: γονέοι