Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
σατλιτσαν
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: σατλιτσ̌ά̤ν
Προφορά: σατλιτσεάν
εκείνος που παγώνει, παθαίνει κρυοπάγημα θανατηφόρο
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Προέλευση:
τουρκική
Παράδειγμα:
Έμ’νεν σ’ αγιάζ’ κ’ εγέντον σατλιτσ̌ά̤ν.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια