Προέλευση: τουρκική, από το τουρκικό sari
Παράδειγμα: Σπεντάμ’ ντ’ εσαριλάευες ντ’ εξ̌ύουσαν τα φύλλα σ’.
Παράγωγο: σαριλάεμαν
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.