Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γονατοκλισία (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. γονατοκλισία , 2. γονατοκλυσία Προφορά: γονατοκλισία
  1. γονυκλισία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

  2. γονυκλισία, γονάτισμα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  3. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    το κάθισμα στα γόνατα

Παρατηρήσεις - Σχόλια