Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

παιδάς (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: παιδάς Προφορά: παιδάς
  1. έφηβος, νέος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Κρίμαν σον παιδάν, εχάσαμε την πουτσ̌ήν.

  2. νέος, παιδί Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. νεαρός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από τα αρχαία, αιτιατική τον παίδα- παίς

Παρατηρήσεις - Σχόλια