Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γοναλτά (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γοναλτά Προφορά: γοναλτά
  1. διανυκτέρευση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Εποίκαμε γοναλτάν σ’ έναν σχολείον.

Παρατηρήσεις - Σχόλια