Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σάρα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σάρα Προφορά: σάρα
  1. επιληψία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Σιτ’ έστεκεν, ελιγώθεν κ’ ερούξεν ας σην σάραν.

  2. επιληψία Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. επιληψία είδος αρρώστιας με διαταραχή της εγκεφαλικής λειτουργίας Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση :
    Από το αραβικό sara

Παρατηρήσεις - Σχόλια