Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

σαπριλούχ [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σαπριλούχ' Προφορά: σαπριλούχ
  1. υπομονή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Ατόσον σαπρ’ πως εποίκες;

    Αρσενικό: σαπριλής = υπομονετικός
    Θυληκό: σαπριλήσα
    Ουδέτερο: σαπριλήν

Παρατηρήσεις - Σχόλια