Προέλευση:
από το μεταγενέστερο γομώ (γόμος)
Παράδειγμα:
1) Εγόμωσεν το σταμνίν νερόν. (γεμίζω)
2) Γομούνταν τ’ ομμάτα̤ μ’ (ενν. δάκρυα, γεμίζουν/θολώνουν τα μάτια μου από τα δάκρυα, Συνώνυμο: η γούλα τ’ εγομώθεν)
3) Γομώνω τη στράταν πόδας. (φεύγω)
4) Εγόμωσεν ή εγόμωσεν ο πρόσωπος ατ’. (πάχυνε)
Προέλευση:
από το αρχαίο ρήμα γομόω- ω με αυτήν την έννοια
< Γομώσας ήγουν πληρώσας...Ησύχιου του Λεξικογράφου, μεταφραστική εξήγηση>
Προστακτική:
γόμωσον!
Παθητική φωνή:
ενεστώτας γομούμαι
παρατατικός εγομούμ'νε
αόριστος εγομώθα
Προστακτική γομώθ'! / γομού!
Παράγωγο ουσιαστικό:
το γόμωμαν = η γέμιση, η γόμωση. το γιόμισμα
Παραδείγματα:
1) « Πρώτα θα γομώνω εγώ κι ύστερα εσύ! »
2) «Γομού απάν' ατ'! Όρμησε πάνω του!» (όρμησε πάνω του!)