Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γομώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: γομώνω Προφορά: γομώνω
  1. γεμίζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το μεταγενέστερο γομώ (γόμος)

    Παράδειγμα:
    1) Εγόμωσεν το σταμνίν νερόν. (γεμίζω)
    2) Γομούνταν τ’ ομμάτα̤ μ’ (ενν. δάκρυα, γεμίζουν/θολώνουν τα μάτια μου από τα δάκρυα, Συνώνυμο: η γούλα τ’ εγομώθεν)
    3) Γομώνω τη στράταν πόδας. (φεύγω)
    4) Εγόμωσεν ή εγόμωσεν ο πρόσωπος ατ’. (πάχυνε)

  2. γεμίζω Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. γεμίζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  4. γιομίζω, πληρώ, χυμάω Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα γομόω- ω με αυτήν την έννοια
    < Γομώσας ήγουν πληρώσας...Ησύχιου του Λεξικογράφου, μεταφραστική εξήγηση>

    Προστακτική:
    γόμωσον!

    Παθητική φωνή:
    ενεστώτας γομούμαι
    παρατατικός εγομούμ'νε
    αόριστος εγομώθα
    Προστακτική γομώθ'! / γομού!

    Παράγωγο ουσιαστικό:
    το γόμωμαν = η γέμιση, η γόμωση. το γιόμισμα

    Παραδείγματα:
    1) « Πρώτα θα γομώνω εγώ κι ύστερα εσύ! »
    2) «Γομού απάν' ατ'! Όρμησε πάνω του!» (όρμησε πάνω του!)

  5. γεμίζω Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια