Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σαντζή (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σ̌αντζ̌ή Προφορά: σαντζή
  1. κοιλόπονος κατά διαλείμματα. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική, απο την λεξη santzou

    Ιδίωμα:
    Άδισσας

    Παραδείγματα:
    1) Επαίρε με έναν σαντζή, σαντζή τη θανατί’.
    2) Εύρε με η σαντζού μ’ και κατακέφαλα εκείμ’νε.

  2. σφάχτης ισχυρός πόνος της κοιλιάς Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση :
    τουρκική, από την τουρκική λέξη sanci

Παρατηρήσεις - Σχόλια