Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πίσσα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πίσσα Προφορά: πίσσα
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Οντάν γεραλαεύ'ς τ' αλάτια, φέρ'νε πίσσας.
    2) Σκοτία πίσσα. (Μαύρο πυκνό σκοτάδι)
    3) Με την πίσσαν κρατεί. Με την πίσσαν γριβών'.

  2. πίσσα, κόλαση προϊόν απόσταξης διαφόρων καυσίμων υλών και ιδίως των γαιάνθρακων Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό πίσσα

Παρατηρήσεις - Σχόλια