Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ωτίν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ωτίν Προφορά: ωτίν
  1. αυτί Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Ασ’ωτίν σ’ ωτίν, κρούει και ση πασ̌ά τ’ ωτίν.
    2) Τρώει ωτία, τρώει ωτία τη Σαντέτσας η λαλία.
    3) Ποί’σον ατο σκουλαρικ’ σ’ ωτί σ’. (να μην το ξεχάσεις)
    4) Εκρέμασεν τ’ ωτία. (λυπήθηκε)
    5) Τ’ ωτία τ’ άμον λαβάσ̌α̤. (μεγάλα)
    6) Σύρω ωτίν. (συνήθεια να τραβούν τα αυτιά των μικρών παιδιών κατά την εορτή τους)
    7) Κωφά τ’ ωτία ντ’ ακούγ’ν ατο. (λέγεται σε τραγικές στιγμές)
    8) Ωτίν (’κί) κρούω, ωτίν (’κί) δίγω. [(δεν) προσέχω, (δεν) αποδίδω σημασία)]
    9) Χͮ υτώνω τ’ ωτίν ή τικεύω τ’ ωτίν. (ορθώνω, ακούω με προσοχή, εντείνω την ακοή)
    10) Κλίνω / κατηβάζω / κρεμάνω) τ’ ωτία. (ταπεινούμαι)
    11) Πιάνω ασ’ ωτίν. (πιάνω επ’ αυτοφώρω)
    12) Ενοίεν τ’ ωτί μ’. (επανέρχεται η ακοή)
    13) Ανοίγω τ’ ωτία τ'. (τον πληροφορώ για πράγματα που δεν ξέρει ή κάνει πως δεν ξέρει)
    14) Ωτίν, μυτίν ’κ’ επέμ’νεν. (κανείς)
    15) Τη λύρας τ’ ωτία...( Κάθε ωτοειδές εξάρτημα ή λαβή δοχείου)
    16) Τα καφούλα̤ πα (περβόλια) έχ’νε ωτία. (πρέπει να μιλά κανείς χαμηλά για πράγματα μυστικά)
    17) Ασ’ έναν ωτίν εμπαίν’ κι ασ’ άλλο εβγαίν’. (για εκείνον που δεν έχει μνημονικό ή δεν προσέχει)
    18) Ασό στόμα σ’ και ση Θεού τ’ ωτίν. (ευχή για να πραγματοποιηθεί κάτι ποθητό)
    19) Τον κωφόν ωτία δί'. (για κείνον που μιλά φωναχτά)
    20) Σύρω τ’ ωτίν ατ’ ή ευτάγω τ’ ωτία τ' λαβάσ̌α̤, (κογκόσ̌α̤). (τραβώ τ’ αυτιά του, τιμωρώ)
    21) Κόφτ’ και φάει σε τ’ ωτί σ’. (για κείνον που ευεργετεί τάχα , αλλά παίρνει από τον ίδιο τον ευεργετούμενο)
    22) Βουΐζ' τ’ ωτί μ’. (κάτι νέο περιμένω, προαισθάνομαι, κάποιος με αναφέρει)
    23) Με τ’ ωτία μ’ έκ’σα ’το. (ο ίδιος το άκουσα από το στόμα του)
    24) Είπα το σ’ ωτία τ' καικά. (του το είπα μυστικά)
    25) Εχάραξαν τ’ ωτίν τη ζου. (αφαίμαξη με το χάραγμα της άκρης του αφτιού)

    Προέλευση:
    από το μεταγενέστερο ουσιαστικό ὠτίον, το οποίο από το αρχαίο ουσιαστικό οὖς

    Ιδίωμα:
    Οινόης

  2. αυτί Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. αυτί Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το μεσαιωνικό ουσιαστικό ωτίον

Παρατηρήσεις - Σχόλια