Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
σάλτα (η)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: σ̌άλτα
Προφορά: σάλτα
είδος κοντής πόλκας της νεονύμφου εκ βελούδου, πεποικιλμένης με χρυσάς παρυφάς
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Ιδίωμα:
Αργυρουπόλεως
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια