Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19831 λήμματα

πισίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. πισ̌ιζω , 2. πισίζω Προφορά: πισίζω
  1. βιάζομαι επιμένω (Writing 2) Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Χρήση απο:
    Π. Υψηλάντη

    Παράδειγμα:
    Επίσ̌ιζεν να περούν τη νύχταν το Χοσογλάν.

    Writing 2:
    δουλεύω με επιμονή

    Ιδίωμα:
    Χαλδίας

    Παράδειγμα:
    Εγώ επίσιζα τη δουλεία μ' ν' ετελείωνα έρκεν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια