μασχάλη1) η γωνία που σχηματίζει ο βραχίονας με το στήθος
2) γωνία, μέρος υπήνεμο
3) ζικ-ζακΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Προέλευση:
τουρκική, από την τουρκική λέξη γολτούχ
Παράδειγμα:
Έναν ημέραν εγένταν κοστέλια κι επέγ’ναν κολτούκ’ κολτονά. (κολτούκ - κολτονά)
μασχάληΠηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
μασχάληΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης