Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
πιπιλομάταινα (η)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: πιπιλομάταινα
Προφορά: πιπιλομάταινα
εκείνη που έχει μάτια σαν πιπίλα̤ μικρά, ζωηρά και μαύρα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παράδειγμα:
Την πιπιλομάταιναν ουλ' ατέν' εγάπαναν.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
πιπιλομάτς
πιπιλομάτενα
Παρατηρήσεις - Σχόλια