Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19832 λήμματα

πιπίλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πιπίλ' Προφορά: πιπίλ
  1. κουκούτσι, όρχις Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Μη τρώς τα κεράσια με τα πιπίλα̤ τουν. (κουκούτσια)
    2) Τα μαυρομμάτα τεΐ εψέθαν κι͜ ατά άμον πιπίλα̤, σκληρά.
    3) Κάποιοι τρώνε τη βουδί' τα πιπίλα̤. (όρχεις)

  2. όρχις κουκούτσι καρπού, το παιδικό μόριο, κρουνός ύδατος, καλλωπιστικό κρόσσι σεντονιού, μαντηλιού κ.λ.π. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    λατινική, από τη λατινική λέξη papilla = θηλή μαστού

Παρατηρήσεις - Σχόλια