Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη κολάϊ
Επίθετο: γολαϊλής, -ίσσα, -ίν (εύκολος)
Ομόρριζα - Παράγωγα: γολαϊλαεύω (ευκολύνομαι) γολάϊ (το) ευκολία γολαϊλούχ (ευκολία) γολαϊτάν (εύκολα)
Επίρρημα τροπικό.