Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πιντουρεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: πιντουρεύω Προφορά: πιντουρεύω
  1. καθίζω τοποθετώ ένα πράγμα πάνω σε άλλο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

Παρατηρήσεις - Σχόλια