σακκουλοξύστε (η) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: σακκουλοξύστε
Προφορά: σακκουλοξύστε
-
ξύλο με το οποίο έξυναν το υλιστοσάκκουλο για να ξεστουπώνονται οι πόροι του και να υλίζ’
γρηγορότερα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)