Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
σακέρ (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: σ̌α̤κέρ'
Προφορά: σεακέρ
ζάχαρη
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Προέλευση:
τουρκική
Παράδειγμα:
Δέβα σον πακάλ’ και ψαλάφα δύο οκάδες σ̌α̤κέρ’.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
σεκέρ (το)
σακιάρ (το)
Παρατηρήσεις - Σχόλια