Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19831 λήμματα

οβά (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: οβά Προφορά: οβά
  1. κάμπος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Είδα τ’ οβάδας όλα̤ χͮόν’.

Παρατηρήσεις - Σχόλια