Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ρυμίν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ρυμίν Προφορά: ρυμίν
  1. ρεύμα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Νικοπόλεως.

    Παράδειγμα:
    Ο Δά̤βολον ετούρτεψεν ατον να κατηβαίν σο ρυμίν καικά.

  2. αυλάκι, ρεματιά, ρυάκι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. οδός, ρυάκι, ρεματιά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    Απο την αρχαία λέξη ρυμίον - ρύμη= στενός δρόμος, στενωπός

Παρατηρήσεις - Σχόλια