Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ρουσφέτ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ρουσ̌φέτ' Προφορά: ρουσφέτ
  1. ρουσφέτι, δωροδοκία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Όρκον επέραν ρουσ̌φέτ’ να μη δέχκουνταν.

  2. δωροδοκία, δωροληψία, ρουσφέτι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    απο την αραβική λέξη richvet

Παρατηρήσεις - Σχόλια