ρουσφέτ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: ρουσ̌φέτ'
Προφορά: ρουσφέτ
-
ρουσφέτι, δωροδοκία
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
δωροδοκία, δωροληψία, ρουσφέτι
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης