έγινε από το παρχαρομάνα ύστερα από αποκοπή του παρχα-. Σημαίνει την παρχαρομάνα, δηλαδή τη γυναίκα που στο παρχάρι φρόντιζε να αρμέγει, να πήζει το τυρί, να κάμει το βούτυρο κλπ. Παρχαρομάνα ήταν και η νεράιδα που φρόντιζε για τα ζώα και τα πράγματα του παρχαριού και για την οποία οι Σανταίοι όταν επεσ̌ονλά̤ευαν τον παρχάρ' (εξεσκέπαζαν τις καλύβες κι έφευγαν) άφηναν στον τοίχο έναν φελίν ψωμίν με βούτυρο, όπως οι Αθηναίοι άφηναν στην Ακρόπολη ψωμί με μέλι για το φίδι - στοιχείο της Αθηνάς
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)