Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

νοσσάκ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: νοσσάκ Προφορά: νοσσάκ
  1. πουλάδα, νεοσσός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το νοσσίον

    Παράδειγμα:
    Η κοσσού (κλώσσα) μ’ εξέγκεν τρία πετειναρόπα και οχτώ νοσσακόπα.

Παρατηρήσεις - Σχόλια