Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Άλλο αΐκα ετεψουζλούκια μ’ ευτάει.
Ενικός: ετεψουζλούκιν / ετεψουζλούκ' Πληθυντικός: ετεψουζλούκια / ετεψουζλούκα̤